Ιερά Μονή Αμιρούς

Γερόντισσα Μαριάμ

Γερόντισσα Μαριάμ η ταπεινή υποτακτική

«Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου. Να ’ναι ευλογημένο, Γέροντα, όπως θέλετε.» Γ. Μαριάμ 18.9.2001

Η Γερόντισσα Μαριάμ, κατά κόσμο Μαρία (Μαρούλα) Γιαννάτζη του Λουκά και της Ελένης, γεννήθηκε στο Δίκωμο της επαρχίας Κερύνειας στις 14.4.1932. Η Μαρία από μικρή αγαπούσε πολύ τα γράμματα. Στο σχολείο διακρινόταν για την οξυδέρκεια και την φιλομάθειά της. Οι δύσκολες συνθήκες της αγροτικής ζωής της οικογένειάς της, ανάγκασαν τους γονείς της, να την βγάλουν από το Δημοτικό Σχολείο στα 11 μόλις χρόνια της και να την πάρουν μαζί τους στο «θέρος». Το γεγονός αυτό πόνεσε βαθιά την παιδική της ψυχή. Δεν έσβησε όμως τη δίψα της για δια βίου μάθηση που ολοκληρώθηκε όταν ο Κύριος την κάλεσε στο πανεπιστήμιο της Μοναδικής Πολιτείας το οποίο τελείωσε με Άριστα.

Η νεαρή Μαρία δυναμική, με αγωνιστικό φρόνημα ήταν παρούσα στα ενωτικά συλλαλητήρια της εποχής της και δυναμικά στον Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. «Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο.» «Οι Άγγλοι καταπατούν την ελευθερία μας. Η εθνική ελευθερία είναι δώρο Θεού, έχουμε υποχρέωση να αγωνιστούμε». Πρόσφερε τις υπηρεσίες της στην Ο.Χ.Ε. Νεανίδων του χωριού της και ως σύνδεσμος μετέφερε επιστολές κυρίως του Κυριάκου Μάτση που φιλοξενείτο σε κρησφύγετο στο σπίτι της αδερφής της. Με την ανατίναξη του κρησφύγετου ένιωσε όλο το βάρος της άδικης, στυγνής Αγγλικής κυριαρχίας και προσευχόταν με όλη τη δύναμη της ψυχής της για την ελευθερία της πατρίδας μας.

Μετά το τέλος του Αγώνα, η ανήσυχη ψυχή της, αναζήτησε νέα παλαίστρα, την οποία βρήκε μέσα από μελέτη πνευματικών βιβλίων, στην ολοκληρωτική αφιέρωση της στο Θεό δια της Μοναχικής βιοτής. Όταν ο πνευματικός της πατέρας αρνήθηκε να της δώσει ευλογία να εγκαταλείψει τον κόσμο λέγοντάς της «Τι τον θέλεις τον Μοναχισμό; Εσύ έχεις να προσφέρεις τόσα στον κόσμο». Δεν δίστασε να αναζητήσει νέο φιλομόναχο οδηγό, που σύντομα βρήκε στο πρόσωπο του πατρός Ανδρέα του Στροβόλου.

Η άρνηση των γονέων της να της δώσουν την ευχή τους για το Μοναστήρι την οδήγησε στο να ψάχνει διεξόδους εκτός Κύπρου. Τότε επενέβηκε σύγχρονός της Γέροντας και της μήνυσε με τον πνευματικό της. «Όταν διψά η αυλή σου, μη χύνεις το νερό έξω», προτρέποντας την να πάει στην Ιερά Μονή Αγίου Ηρακλειδίου. Η Μαρία Γιαννάτζη στην ώριμη ηλικία των 35 χρόνων, στις 2 Ιανουαρίου 1967, κυριολεκτικά έχοντας δραπετεύσει από το σπίτι της βρίσκει καταφύγιο και εύδιο λιμένα την Ι. Μ. Αγ. Ηρακλειδίου κάτω από την υπακοή και πνευματική καθοδήγηση της Γ. Χαριθέας.

«Για σχεδόν σαράντα ολόκληρα χρόνια έζησε στον Αγ. Ηρακλείδιο, μέσα στην υπακοή του κοινοβίου, υποδειγματική μοναχή και στύλος στηρίζουσα το Μοναστήρι και την αδελφότητα.» Γ. Αθανάσιος Λεμεσού. Τις αρετές της διέκριναν ιδιαίτερα και οι πρώτοι πνευματικοί πατέρες της Μονής, Ιερομόναχος π. Λάζαρος Σταυροβουνιώτης και π. Ελευθέριος. Το μεγαλείο της ταπείνωσης και της υπακοής της αναδείχθηκε με την αποδοχή της προτροπής του Γ. Αθανασίου και πρόσκληση της Γ. Μαρίας της Ι. Μ. Παναγίας Αμιρούς. «Εγώ ως μοναχή έκανα υπακοή στον Γέροντα μου. Όταν μου ανακοίνωσε την απόφαση του για να έλθω εδώ είπα Γέροντα, εγώ δεν έχω ούτε εκλογή ούτε θέλημα, είμαι παραδομένη στα στιβαρά και πνευματικά χέρια σας να με οδηγήσετε όπου ο Κύριος σας φανέρωσε. Και μετά δύο μέρες ολόκληρη η αδελφότητα της Μονής Αγ. Ηρακλειδίου με επικεφαλής την πολυαγαπητή Γ. Προδρόμη, μας συνόδευσαν και παρέδωσαν σ’ αυτήν την Ι .Μονή Παναγίας Αμιρούς με πολύ πόνο και κλαυθμό για τον αναπάντεχο χωρισμό διότι Χάριτι Χριστού είμαστε ενωμένες.»

Μετά την μακαρία κοίμηση της αειμνήστου Γ. Μαρίας, η Γ. Μαριάμ ανέλαβε προϊστάμενη της Μονής και στις 19 Μαΐου 2002, Κυριακή των Μυροφόρων έγινε η ενθρόνιση της ως πρώτη Ηγουμένη της επανασυσταθείσας Ι. Μ. Αμιρούς. Τα νέα καθήκοντα της Γ. Μαριάμ, όχι μόνο δεν άλλαξαν το φρόνημά της αλλά ενέτεινε τους πνευματικούς της αγώνες, με υποδειγματική ταπείνωση, υπακοή, φιλοπονία, βία στα πνευματικά και ανδρεία εγρήγορση, με μητρική αγάπη και βεβαία πίστη, χύνοντας στο Χριστό νυχθημερόν δάκρυα έως ότου μορφωθεί Χριστός στις καρδιές των πνευματικών της τέκνων.

Η πραεία και ταπεινή στην καρδία Γ. Μαριάμ, με την διακριτική ως αύρα λεπτή παρουσία της αλλά και την πύρινη πνευματική της υπόσταση εδραίωσε τη νέα Μοναστική αδελφότητα, οχυρώνοντάς την πνευματικά και παραδίδοντας τις νέες κτιριακές εγκαταστάσεις.

Στις 5 Μαΐου 2020 μετά από επιδείνωση της ταλαιπωρημένης υγείας της, παρέδωσε την ηγιασμένη ψυχή της στον Ηγαπημένο Νυμφίο της Χριστό που τόσο επόθησε. Το ήρεμο και χαριέστατο πρόσωπό της μέσα στο ταπεινό φέρετρο στολισμένο με λουλούδια σεβασμού, αγάπης και ευχαριστίας των πιστών προσκυνητών της Μονής της Παναγίας που τόσο στήριζαν οι προσευχές της, ήταν η επισφράγιση της βεβαίας πίστης της στον Κύριο το Νικητή κατά της φθοράς και του θανάτου. Αιωνία της η μνήμη.